αὐτογεννητικός

αὐτο-γεννητικός, ή, όν,
A of itself productive of . . , Procl. in Prm.p.821 S.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυτογεννητικός — αὐτογεννητικός, ή, όν (Α) [αυτογέννητος] ο σχετικός με την αυτόματη γένεση, την αυθυπαρξία …   Dictionary of Greek

  • αὐτογεννητικήν — αὐτογεννητικός of itself productive of fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.